Νοέ 05 2012

Κείμενο ιδρυτικής συνέλευσης

Published by at 3:13 μμ under Uncategorized

suspension1.jpg

για την μπροσούρα πάτα εδώ

Στις 29/1/12 έπειτα από ένα κάλεσμα έγινε στο αμφιθέατρο Γκίνη η πρώτη από μια σειρά συνελεύσεις που οδήγησαν στη δημιουργία της συλλογικότητας με το όνομα Συνέλευση για την Ελευθεριακή Παιδεία και την Αυτομόρφωση. Το κείμενο με βαση το οποίο έγιναν οι συζητήσεις είναι το ακόλουθο:

Η βαθύτερη πεποίθηση που δημιουργείται σ’ έναν άνθρωπο, που γεννιέται και εντάσσεται στο υπάρχον σύστημα, είναι ότι όλες του οι ανάγκες καλύπτονται επαρκώς με υλικά αγαθά. Οι ανθρώπινες ανάγκες όμως, ξεπερνούν τα χρηματικά πλαίσια. Χρέος του κάθε ατόμου είναι να απεγκλωβιστεί από τα δεσμά των υλικών και να ανακαλύψει τι είναι αυτό για το οποίο διψά η ψυχή του· κάτι που θα τον βοηθήσει να κινητοποιηθεί ανθίζοντας σε μια κοινωνία που προσανατολίζεται σ’αυτήν την κατεύθυνση. Έτσι, στον υλιστικό αυτό κόσμο, η ανεπάρκεια του συστήματος αγγίζει το άτομο μόνο εφόσον υπάρχει οικονομική αστάθεια, χωρίς αυτό να μπορεί να αξιολογήσει τη γενικότερη ανισορροπία που επικρατεί στο περιβάλλον του και τις λανθασμένες προτεραιότητες που έχει βάλει στη ζωή του. Μία κοινωνία αποτελούμενη από τέτοια άτομα μόνο σε επιφανειακές, αυτοαναλούμενες  αντιδράσεις μπορεί να οδηγηθεί και σε κινήσεις που απέχουν πολύ από την επανάσταση και την προώθηση της ανθρώπινης σκέψης, δίνοντας ουσιαστικά, ζωτικό χρόνο στην εξουσία.

Το άτομο, όπως παραθέτει το εξουσιαστικό ιδεολόγημα από τον καιρό του Σωκράτη κιόλας, γαλουχείται και εκπαιδεύεται από το κράτος να αναθέτει ευθύνες σε άλλους, να αναθέτει την γνώση σε ειδικούς, με αποτέλεσμα την ανάθεση της καθημερινότητάς του σε χέρια τρίτων. Έτσι, ακόμα και την στιγμή που η σταγόνα ξεχειλίζει το ποτήρι και οι καιροί καλούν τον λαό σε επανάσταση, «η κοινωνία της ανάθεσης» περιμένει τους ειδικούς να δημιουργήσουν τις νέες ανατρεπτικές δομές. Όμως, αυτοί από καιρό αποτελούν δημιούργημα και κτήμα της εξουσίας, ανυπομονώντας να γίνουν τροχοπέδη· να γίνουν η κερκόπορτα της προδοσίας για ένα ψωροκόμματο καταξίωσης.

Αυτό όμως, που ο ατομικισμός του σήμερα εμποδίζει το άτομο να δει, είναι ότι απ’ τη φύση και την πείρα μας όλοι κρατάμε από έναν παραμορφωτικό φακό και βλέπουμε την πραγματικότητα μόνο μέσα από αυτόν. Άλλος την βλέπει κόκκινη και άλλος μωβ, άλλος κοίλη σαν από πατομπούκαλο και άλλος επαναλαμβανόμενη σαν από κρύσταλλο πολυελαίου. Όμως το βάζο παραμένει πάνω στο τραπέζι και ο μόνος τρόπος να το δούμε είναι να συνδυάσουμε τους φακούς μας ,δηλαδή να ακούσουμε ο ένας τις ιδέες του αλλού και να πούμε ειλικρινά και χωρίς πρόσθετες εσκεμμένες διαστρεβλώσεις ο ένας τις ιδέες του στον άλλο.  Να ακούσουμε αυτόν που βλέπει μέσα από τον μπλε φακό να μας μιλά για κόκκινα αντικείμενα που υπάρχουν, αλλά είναι αόρατα μέσα από το δικό μας κόκκινο γυαλί*. Πρέπει να αποδεχτούμε ότι κάποιος από μας εστιάζει στις λεπτομέρειες με το μεγεθυντικό του φακό, αλλά έχει ανάγκη αυτόν που με τον κυρτό βλέπει μόνο την συνολική εικόνα και αντίστροφα. Δεν υπάρχουν καλές και κακές ιδέες, μόνο αυτές που διαστρεβλώνουν και αυτές που αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Και όταν μια παραμόρφωση διαπιστωθεί, τότε εξαφανίζεται για πάντα σαν να μην υπήρξε ποτέ -βλέπεις τα μυαλά των ανθρώπων αλλάζουν όχι μόνο κατεύθυνση, αλλά και τον κόσμο γύρω τους. Ένα μυστήριο σύμπαν μας φιλοξενεί, ενώ συνεχώς μας θυμίζει το πόσο μικροί είμαστε, ένας κόσμος τόσο όμορφος που σίγουρα δεν  φτάνουν μόνο δυο μάτια να τον δεις.

Εφόσον λοιπόν δε δεχόμαστε αυθεντίες, με ελευθεριακές δομές μέσω της αυτομόρφωσης, μπορούμε -και είναι καιρός- να ανακαλύψουμε, συνδιαμορφώνοντας,  όλοι μαζί τη γνώση που θα μας απελευθερώσει.

Όμως η γνώση μπορεί να γίνει αλληλένδετη με την εξουσία, όπως ακριβώς και ο πλούτος. Δημιουργεί κοινωνικές ανισότητες ή ελευθερίες, ανάλογα με το πλήθος των ατόμων που την κατέχουν: ένας, λίγοι ή όλοι. Η γνώση ως εξουσία υφίσταται από τη στιγμή που δεν κοινωνείται αυτή που έχει ήδη συσσωρευτεί, δηλαδή, χρησιμοποιείται από τους εξουσιαστές ως ιδιοκτησία.

Όταν ο μάγος στις πρώτες κοινωνίες δε διέδιδε τη γνώση του, γινόταν αυτομάτως απαραίτητος, όχι ως ιδιότητα, αλλά ως πρόσωπο. Μπορούσε έτσι να επηρεάσει και άλλες καταστάσεις πέραν των «αρμοδιοτήτων» του. Με άλλα λόγια, η εξουσία που αρχικά στηριζόταν στην πρακτική ικανότητα ενός έμπειρου κυνηγού για παράδειγμα, έδωσε τη θέση της στην εξουσία, που στηριζόταν στην κοινωνική θέση.

Επίσης, ο θεσμός της μύησης των εφήβων για μετάδοση της γνώσης σε αυτές τις κοινωνίες, μέσω συχνά επώδυνων διαδικασιών, οργανώνεται αργότερα στον «πολιτισμένο» κόσμο γύρω από την εκπαίδευση και τα στάδια μόρφωσης. Έτσι, περνάμε από τη γνώση στην εκπαίδευση, τη μετάδοση δηλαδή συγκεκριμένων γνώσεων, σε συγκεκριμένες ομάδες ανάλογα με την κοινωνική θέση.

Το μαζικό, υποχρεωτικό σχολείο υπήρξε δημιούργημα μιας ορισμένης περιόδου του καπιταλισμού, και είχε πολύ συγκεκριμένο στόχο: να μάθει στις κοινωνίες τα «βασικά των γραμμάτων», ούτως ώστε καθένας και κάθε μία να γίνει πιο αποδοτικός και πιο πειθαρχημένος μέσα σε ένα ιστορικά πρωτότυπο σύστημα εκμετάλλευσης της εργασίας. Να έχει ο καθένας τα βασικά χαρακτηριστικά του «υπεύθυνου πολίτη»,υπεύθυνου, αλλά και υπάκουου.

Προτού αναλύσουμε την ελευθεριακή εκπαίδευση, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πώς προέκυψε η δημόσια κρατική εκπαίδευση. Πρέπει να επιστρέψουμε στο 1806, όταν οι Πρώσοι ηττήθηκαν από τον στρατό του Ναπολέοντα. Μετά την ήττα τους, οι Πρώσοι άρχισαν να επανεξετάζουν τους θεσμούς τους. Αυτή η επανεξέταση, τους οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η Πρωσική υπερηφάνεια και ισχύς μπορεί να αποκατασταθεί μόνο με τον επανασχεδιασμό του συστήματος. Επινοήθηκε μια στρατηγική επιβολής ενός υποχρεωτικού, κυβερνητικού εκπαιδευτικού συστήματος, το οποίο θα δημιουργούσε πειθαρχημένους μαθητές που θα ακολουθούσαν διαταγές χωρίς ποτέ να αμφισβητούν την εξουσία. Για να τα καταφέρουν, ο στόχος της δημιουργίας συστήματος εκπαίδευσης των παιδιών έγινε εθνική προτεραιότητα.

Οι στρατηγικές που χρησιμοποιήθηκαν ήταν προσανατολισμένες περισσότερο στη δημιουργία μιας εθνικής τάξης εργατών, παρά στην παραγωγή μορφωμένων πολιτών. Κάθε βήμα στην εκπαιδευτική διαδικασία ήταν υπολογισμένο ώστε να διευκολύνει, όσο το δυνατόν περισσότερο, τους εξουσιαστές. Δημιουργούνταν επομένως, πειθαρχημένοι, υπάκουοι και δουλικοί πολίτες. Ένας από τους κύριους υπέρμαχους του συστήματος ήταν ο Γιόχαν Φιντς. Σύμφωνα με τις περιγραφές του, “το σχολείο είναι η διαμόρφωση του ατόμου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην μπορεί να επιθυμήσει τίποτε διαφορετικό από αυτά που του έχουν υποδειχθεί”.

Σε άλλο σημείο αναφέρει: “η εκπαίδευση θα πρέπει να στοχεύει στην καταστροφή της ελεύθερης θέλησης, έτσι ώστε, αφού οι μαθητές αποφοιτήσουν από το σχολείο να είναι ανίκανοι για όλη την υπόλοιπη ζωή τους, να σκέφτονται και να πράττουν διαφορετικά από ό,τι θα επιθυμούσαν οι δάσκαλοί τους. Όταν η τεχνική θα έχει τελειοποιηθεί, κάθε κυβέρνηση που θα έχει τον έλεγχο της εκπαίδευσης για περισσότερο από μια γενιά θα είναι ικανή να ελέγχει πλήρως τους υπηκόους της χωρίς την ανάγκη αστυνομίας ή στρατού”. Το Πρωσικό σύστημα έδινε βάση στο καθήκον, την πειθαρχία, την υπακοή στην εξουσία και την ικανότητα να εκτελεί κανείς διαταγές.

Οι καλύτερα εκπαιδευμένοι, δηλαδή οι πιο δουλικοί, μαθητές ανταμείβονταν με το να υπηρετούν στις ανώτερες κάστες υπηκόων του διεφθαρμένου μονάρχη, ενώ οι ανυπάκουοι μαθητές εντάσσονταν στην εργατική τάξη.

Σύντομα, το πρωσικό μοντέλο έτυχε της αποδοχής πολλών εξουσιαστικών κυβερνήσεων ευρωπαϊκών χωρών και αμερικάνικων πολιτειών. Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι και στoν ελλαδικό χώρο φαίνεται ιδιαίτερα οικείο, καθώς απαιτούσε υποχρεωτική παρακολούθηση, ενιαίες εθνικές εκπαιδευτικές διαδικασίες, εθνικές εξετάσεις για όλους τους μαθητές, ενιαίο εθνικό πρόγραμμα σπουδών για όλα τα επίπεδα και υποχρεωτικό νηπιαγωγείο.

Ανάμεσα στα 1880 και 1920, ο ιδιωτικός τομέας αναπτύχθηκε περισσότερο από το κράτος και οι μεγιστάνες των εταιρειών άρχισαν να ασκούν κριτική στην εκπαίδευση, επειδή δεν ανταποκρινόταν επαρκώς στη νέα βιομηχανική, κεντρικά ελεγχόμενη και αυξανόμενα καταπιεστική οικονομική πραγματικότητα. Όπως πάντα, ο ιδιωτικός τομέας υπερίσχυσε, αναζητώντας κεντρικό έλεγχο και «αποτελεσματικότητα», στο σύστημα δημόσιας εκπαίδευσης. Σήμερα, τα δημόσια σχολεία αντιμετωπίζονται ως μηχανισμοί προώθησης της οικονομικής ανάπτυξης εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των εταιριών και των επιχειρήσεων, της εκάστοτε πολιτείας ή κράτους.

Επομένως, οι τοπικοί εταιρικοί και πολιτικοί ηγέτες συνεργάζονται στον σχεδιασμό και τη διαχείρισή τους. Με λίγα λόγια, η εκπαιδευτική πολιτική έχει γίνει εργατική πολιτική. Οι ομοιότητες του εκπαιδευτικού συστήματος αυτής της χώρας με το Πρωσικό αντέχουν ακόμα στο χρόνο. Ακριβώς όπως συνέβαινε και τότε, οι υπάκουοι μαθητές ανταμείβονται συμμετέχοντας στην τάξη των διευθυντών, ενώ οι μαθητές που έχουν κριτική σκέψη δεν έχουν άλλη επιλογή από το ενταχθούν στην τάξη των εργατών.

Το σύστημα δημιουργεί  την ψευδαίσθηση ότι παρέχει δικαιώματα, όπως για παράδειγμα το δικαίωμα στην μόρφωση. Π.χ. Κάθε παιδί έχει το δικαίωμα να πάει στο σχολείο και να μορφωθεί. Δικαίωμα όμως αποτελεί κάτι το οποίο έχεις την ελεύθερη επιλογή να το κάνεις ή να μη το κάνεις.

Στην κοινωνία αυτή που υπάρχει ένας και μοναδικός «σωστός» δρόμος για το καθετί, οι θεσμοί προβάλλονται ως μονόδρομοι και έξω απ’αυτούς σε τρώει ο «λύκος»… Στο σχολικό μαντρί  μάθαμε  ακριβώς  αυτά που έπρεπε ώστε να θεωρούμε τη σφαγή, και όλη την προπαρασκευαστική της διαδικασία, δικαίωμά μας. Όσο όμως κι αν μας αλλοτρίωσε ο εκπαιδευτικός και οι λοιποί θεσμοί, ελπίζουμε ότι μπορούμε ακόμα να κοιταχτούμε στα μάτια και με συλλογικές διαδικασίες να βγούμε από το μαντρί.

 

*φαινόμενο που χρησιμοποιείται στον κινηματογράφο για να δημιουργείται η ψευδαίσθηση τρισδιάστατων γραφικών.

 

Ανάγκη για παράκαμψη του υπάρχοντος εκπαιδευτικού συστήματος

 

Έτσι, ακόμα και με αυτή τη βιαστική ματιά στο παρελθόν, μπορεί εύκολα κανείς να διακρίνει τον βαθύτερο στόχο ενός εξουσιαστικού εκπαιδευτικού συστήματος όπως και το σημερινό: α) η κατήχηση του εθνικού και θρησκευτικού δόγματος, β) η εμπέδωση και αναπαραγωγή του καθεστωτικού λόγου και γ) η συντριβή κάθε διαφορετικής οπτικής των πραγμάτων που έρχεται σε ρήξη με αυτό, κυνηγώντας και διασύροντας κάθε λογική αντιπαράθεσης, και πόσο μάλλον ανατροπής, του υπάρχοντος. Με άλλα λόγια το σύστημα διδασκαλίας είναι η διδασκαλία του συστήματος.  Έχουμε να κάνουμε με μια εκπαιδευτική διαδικασία και σχολική αγωγή σχεδιασμένη και καθοδηγούμενη από το κράτος, εργαλείο στη συνεχή προσπάθεια του για επιβολή και υποβολή της ηγεμονίας του επάνω στις έννοιες των ίδιων των λέξεων.

Κάθε λέξη που χρησιμοποιείται σε κάθε κινηματική διαδικασία ή στην καθημερινότητα μας μπορεί να φαίνεται γνώριμη στα αυτιά όλων, όμως η ερμηνεία που δίνει ο καθένας μας προσωπικά, απέχει πολύ απ’αυτή που έδωσε κάποιος άλλος. Παραδείγματος χάριν για τη λέξη επανάσταση ή ελευθερία, κανείς δε θα ρωτήσει τι πάει να πει, αλλά άλλο πράγμα έχει ο καθένας στο μυαλό του.

Ο δάσκαλος αρχικά, ο δημοσιογράφος αργότερα, ο ιστορικός εν τέλει, είναι τρεις από τις πένες της εξουσίας που τους έχει ανατεθεί αυτό το ανόσιο έργο της λεκτικής ηγεμονίας, η αυθαίρετη παρερμηνεία δηλαδή, και η εσκεμμένη αλλοτρίωση λέξεων όπως η αντιεξουσία (π.χ. η κυβέρνηση των αντιεξουσιαστών του γιωργάκη), η άμεση δημοκρατία (επίσης όρος που χρησιμοποιήθηκε από το γιωργάκη), η αλληλεγγύη, η ανάγκη, η σίτιση, η στέγαση, η δημοκρατικότητα, η αυτοοργάνωση, η αυτομόρφωση, ο κομμουνισμός, η αναρχία (η λέξη «Αναρχία» στην τηλεόραση όπως και στον άμβωνα του παπά, γίνεται συνώνυμο της κόλασης), η αλήθεια,  η ελευθερία στα μυαλά των ανθρώπων…

Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι οι εκδόσεις έχουν περιοριστεί πολύ, και από πολλές απόψεις, τα τελευταία χρόνια. Αυτό συμβαίνει, σύμφωνα με τον Chomsky, κατά κύριο λόγο εξαιτίας των πιέσεων της «ελεύθερης» αγοράς. Η μαζικοποίηση, που έχει ως κύρια κατευθυντήριο γραμμή ο καπιταλισμός, έχει διεισδύσει και στο γραπτό λόγο αφού βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες υποβιβάζουν σταδιακά το επίπεδό τους. Η πλειοψηφία των βιβλιοπωλείων υπάγονται σε αλυσίδες που πουλάνε κυρίως «μπεστ-σελερς» προς βρώση από αχόρταγους καταναλωτές. Στόχος τους είναι η μαζική παραγωγή, γιατί με αυτόν τον τρόπο πουλάνε και πιο φτηνά. Η ποιότητα ενός γραπτού κειμένου μετριέται με βάση τα αντίτυπα που μπορεί να πουλήσει στην αγορά, με συνέπεια τον περιορισμό της σκέψης. Όπως και η καταστολή μέσω της κρατικής τρομοκρατίας, στενεύει τους ορίζοντες. Όσο η εξουσία γίνεται πιο αόρατη, οι άνθρωποι παίρνουν, ή το ρόλο του θεατή, ή πετάγονται εντελώς έξω από το σύστημα.

«Η εκπαίδευση σημαίνει σήμερα δαμάζω , εκπαιδεύω , εξημερώνω. Έχει μια και μόνο πολύ συγκεκριμένη ιδέα και θέληση , να κάνει τα παιδιά να συνηθίσουν στην υπακοή, να πιστεύουν και να σκέφτονται ακολουθώντας τα κοινωνικά δόγματα που επικρατούν. Δεν ενδιαφέρεται να υποστηρίξει την αυθόρμητη ανάπτυξη των ικανοτήτων του παιδιού, δεν το αφήνει ελεύθερο να αναπτύξει τις φυσικές του ανάγκες, τις πνευματικές και ηθικές. Πρόκειται μόνο να τους επιβάλει μια συγκεκριμένη σκέψη έτσι ώστε να διατηρηθεί για πάντα το σημερινό καθεστώς, θέλει να δημιουργήσει ένα άτομο στενά προσαρμοσμένο στον κοινωνικό μηχανισμό. Επαναλαμβάνω, το σχολείο δεν είναι τίποτα άλλο από ένα όργανο καταπίεσης στα χέρια των κυβερνώντων. Αυτοί δε θέλησαν ποτέ την ανύψωση του ατόμου, αλλά τις υπηρεσίες του, γι αυτό είναι μάταιο να ελπίζεις στα κατασκευασμένα από την εξουσία σχολεία»  υπογραμμίζει ο  F. Ferrer.

To εκπαιδευτικό σύστημα συμβάλλει στο ότι ο άνθρωπος καταδικάζεται, είτε στα κάτεργα της χειρωνακτικής εργασίας, είτε σε αυτή του «ειδικού-γραφιά» εργάτη. Αφαιρώντας του ουσιαστικά, τη δυνατότητα να αντιληφθεί ότι ο γιατρός είναι τόσο απαραίτητος, όσο και η καθαρίστρια που έχει αναλάβει τη χειρουργική αίθουσα. Μια ανθρώπινη οντότητα δε μπορεί να νιώσει ολοκληρωμένη σε κανέναν τέτοιο ρόλο. Ολοκλήρωση βιώνεις όταν οι δυνατότητες που έχεις μέσα σου ως ον αξιοποιούνται και εξελίσσονται. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις παραμένεις ένα εν δυνάμει ον, ένας σπόρος που ποτέ δεν εκπλήρωσε τη δυνατότητά του να γίνει δέντρο…

Αποκομμένος από το φυσικό περιβάλλον, ο άνθρωπος έχει δεκτεί άκριτα την επιβολή μιας τεχνητής κυριαρχίας. Έχει ξεχάσει τις κοινές ρίζες που τον συνδέουν με αυτή τη γη και κάθε οργανισμό που κατοικεί σ’ αυτήν. Με την άγνοια και την αδιαφορία του για τις επιπτώσεις των πράξεών του στην καθημερινή του ζωή, οδεύει στο δρόμο της οικολογικής αυτοκαταστροφής συμπαρασέρνοντας οτιδήποτε μπορεί να εκμεταλλευτεί η άπληστη φύση του στο διάβα της. Ένα παιδί που έχει μεγαλώσει σε αστικό περιβάλλον δε μαθαίνει ποτέ την πραγματική σύνδεση του με τη φύση αφού δεν έχει βιώματα στην πορεία της ζωής του σε αυτήν. Εδώ φαίνεται και μια μεγάλη ανεπάρκεια του συστήματος εκπαίδευσης, αφού η αξία του βιώματος και της χειρωνακτικής εργασίας όπως είναι η παραγωγή της τροφής μας, των ρούχων μας, ακόμα και της στέγης μας, είναι μηδαμινή. Τέτοιες γνώσεις θεωρούνται άχρηστες, απαξιωτικές, περιττές… Ακριβώς γιατί υπάρχουν τεράστια σούπερ μάρκετ να μας ταΐσουν, άφθονες βιομηχανίες με ρούχα, μυριάδες κατασκευαστικές εταιρίες που λυσσούν για την ανάληψη ενός έργου και που θα βομβαρδίσουν ολόκληρο τον πλανήτη με διαφημίσεις μέχρι να αγοράσουμε το προϊόν τους. Είδαμε τόσα χρόνια τον εαυτό μας να αλλοτριώνεται μέσα από τις εκπαιδευτικές διαδικασίες, είδαμε το περιττό να γίνεται αναγκαίο και το αναγκαίο περιττό. Η λήθη των στοιχειωδών γνώσεων επιβίωσης και η αδυναμία εκπλήρωσής τους από εμάς τους ίδιους, μας καταδικάζουν ψυχολογικά σε μια βρεφική ηλικία. Νιώθουμε συνεχώς εξαρτημένοι από το παράλογο οικονομικό σύστημα, το κράτος, τα βιομηχανικά τερατουργήματα, καθώς μεταμφιέζονται στο ρόλο του τροφού-προστάτη-γνώστη που μάθαμε εξαρχής να έχουμε ανάγκη. Πώς θα μπορούσαμε, λοιπόν, να αναλάβουμε την πολιτική ευθύνη του εαυτού μας όταν από καιρό έχουμε αποποιηθεί τη βιολογική μας ευθύνη; Επομένως, μία από τις βασικές προτεραιότητες της παιδαγωγικής διαδικασίας θα έπρεπε να είναι η επαφή των παιδιών με την παραγωγή της τροφής, η εξοικείωση με την καλλιέργεια και η παρατήρηση της ζωτικής τελετουργίας που συντελείται παράλληλα με την ανθρώπινη εξέλιξη εδώ και χιλιάδες χρόνια. Έτσι, αναπτύσσεται ταυτόχρονα ο σεβασμός και η ευγνωμοσύνη προς τη γη και το περιβάλλον γύρω του, συνειδητοποιώντας τη θέση του στον κόσμο και διασαφηνίζοντας στο νου του τις πραγματικές αξίες και ανάγκες του σώματος και του πνεύματός του.

Ο Νίτσε ενώ αναφέρεται στον μηχανισμό εκπαίδευσης και διαχείρισης της γνώσης του κράτους και στο συρφετό που τον συντηρεί αναφέρει: «Κοιτάξτε όμως αλήθεια αυτό το πλήθος των περιττών! Αφαιρούν τα έργα των εφευρετών και κλέβουν τους θησαυρούς των σοφών: και αυτή την κλεψιά τους την ονομάζουν μάθηση, ενώ όλα σ’ αυτούς κατάντησαν ασθένεια και δυστυχία!»

Το σχολείο διαχρονικά, όπως και σήμερα, είναι βασικό όργανο-μέσον καταπίεσης, αλλοτρίωσης, αφομοίωσης και ένταξης στον κεντρικό σχεδιασμό της εξουσίας. Είναι αυτό που προτάσσει τον ανταγωνισμό αντιπαραθέτοντας το εγώ στο εμείς, την ιεραρχία, το διαχωρισμό, την πειθαρχία, τις ποινές, καταστέλλοντας την ελεύθερη δημιουργικότητα και την εξεγερτική διάθεση των νέων. Η πειθαρχία, οι βαθμοί, τα κουδούνια, το ωράριο, οι απειλές και οι ποινές αποτελούν λειτουργικά στοιχεία των σχολικών κελιών, που είναι σχεδιασμένα για ασφυκτικό έλεγχο με κάγκελα, προαύλια, επιτήρηση, σχολικές στολές και δάσκαλους δεσμοφύλακες.

Ο δάσκαλος σε αυτό το περιβάλλον επιτήρησης καθίσταται καταδικασμένος, εξόριστος στο πλάνο ψήλωμα του βάθρου, ασφυκτικά δέσμιος της διδακτέας ύλης, της ηγεμονίας του διευθυντή, του υπουργού παιδείας και υπόλογος στη γονική εξουσία της αρτηριοσκλήρυνσης και της κατανάλωσης. Ακόμα και αν αποζητά χαραμάδες για μετάγγιση κοινωνικής ευαισθησίας, ασκόπως προσπαθεί να δραπετεύσει  από το ρόλο του δεσμοφύλακα, σε ένα σχολείο που σκοπός είναι η αναπαραγωγή και όχι η παραγωγή της σκέψης. Όμως και αυτή καθαυτή η έννοια του δάσκαλου προϋποθέτει τον γνώστη και τον μαθητευόμενο, υποδηλώνοντας και προκαταβάλλοντας ότι η γνώση θα μεταδοθεί από την αυθεντία στους αδαείς, από τα πάνω στα κάτω και αγνοώντας ότι η παραγωγή και η διάχυση της γνώσης είναι αποτέλεσμα της κυκλικής διαδικασίας του πειραματισμού, της συζήτησης και ανταλλαγής απόψεων από συνομιλητές που μιλούν κάτω από ίσους όρους, με πνεύμα συναγωνισμού και όχι επιβολής.

Η γνώση όμως, αν δεν διαχυθεί με όρους ειλικρίνειας, ισότητας και σεβασμού στην ατομικότητα θέτει στον πειρασμό της διαφθοράς τον κάθε φορέα της. Ιεραρχικά συστήματα εκπαίδευσης οδηγούν στην εικόνα του εξουσιαστή δάσκαλου- τιμωρού, που με την βέργα στο χέρι διεκδικεί τον σεβασμό της αυθεντίας, όπως ένας κοινός δικτάτορας. Φυσικά, στα πλαίσια του δημοκρατικού προσωπείου, η πλύση εγκέφαλου και ο εκβιασμός των αποβολών, της βαθμολογίας, της συνεργασίας με τη γονική εξουσία και του αβέβαιου οικονομικού μέλλοντος αντικατέστησε προσφάτως την σαδιστική «διδασκαλική ράβδο».

Για την κεφαλαιοκρατική δικτατορία του σήμερα, η εκπαιδευτική διαδικασία αποτελεί αφενός μια κρατική επένδυση, το βασικό εργαλείο προπαγάνδας και αναπαραγωγής του συστήματος, και αφετέρου έναν μηχανισμό που παράγει εξειδικευμένο εργατικό προσωπικό. Αυτές οι δυο βασικές ανάγκες του, σε συνδυασμό με τα κοινωνικά κεκτημένα, εξανάγκασαν τον καπιταλισμό να υπαναχωρήσει σε ευρείας κλίμακας δημόσια, δωρεάν παιδεία ελπίζοντας πως μέσα από την υπερεξειδίκευση, τον κατακερματισμό της γνώσης και την προπαγάνδα, το κέρδος θα μετριάζει την καταστροφική επίδραση που έχουν οι μορφωμένες λαϊκές μάζες στην κάθε εξουσία. Όμως, οι κοινωνικοί συσχετισμοί αλλάζουν και ο καπιταλισμός θεωρώντας ότι τα σημεία των αντιφάσεων και των δογμάτων του γίνονται όλο και περισσότερο εμφανή και τρωτά στα βλέμματα της έστω και έτσι εκπαιδευόμενης κοινωνίας, αντεπιτίθεται προστάζοντας το δόγμα: ιδιωτική παιδεία για λίγους, αυστηρά κατευθυνόμενη από τις εταιρείες  γνώση, βλάκες παντού…

Αυτή είναι ταυτόχρονα και η συγκυρία που τον κάνει πιο ευάλωτο από ποτέ. Απέναντι του θα μπορούσε να έχει σήμερα μια κοινωνία, που όχι μόνο δύναται να συντονίζει την παρουσία της και την χειρωνακτική της δύναμη στο δρόμο και στα οδοφράγματα, αλλά και που για πρώτη και ίσως για τελευταία φορά, να έχει  την δυνατότητα  να συντονίσει εκτός από τα χέρια της και τα μυαλά της, παρακάμπτοντας την κρατική εκπαίδευση.

Ήδη από το 1901 συνειδητοποιείται ο διαστρεβλωτικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης. Η δράση του Ισπανού παιδαγωγού Fransisco Ferrer σηματοδοτεί την έναρξη μιας σειράς δημιουργικών κινηματικών αντιστάσεων με σκοπό την ανατροπή, όχι μόνο της εκπαίδευσης, αλλά μέσω αυτής, της κοινωνίας συνολικά. Με πρωτοβουλία του, λοιπόν, δημιουργούνται πάνω από εκατό σχολεία (μοντέρνα σχολεία-escuela moderna), τα οποία ανατρέπουν πρακτικά τα εξουσιαστικά χαρακτηριστικά του εκπαιδευτικού ελέγχου, των αυστηρών ωραρίων, των εξετάσεων, των βαθμών, έχοντας παράλληλα σαν στόχο τη μετάδοση μηνυμάτων αλληλεγγύης, κοινωνικής δικαιοσύνης, αντιστρατιωτισμού και αντικρατισμού.

Ο ίδιος λέει χαρακτηριστικά:

«Εμείς θέλαμε ανθρώπους ικανούς να καταστρέφουν, να ανανεώνουν συνεχώς το περιβάλλον τους και να ανανεώνουν τους εαυτούς τους. Ανθρώπους των οποίων η δύναμη υπάρχει στην Ανεξαρτησία του πνεύματος, που δεν υποτάσσονται ποτέ και σε τίποτα, πάντοτε έτοιμοι να δεχτούν το καλύτερο, ευτυχισμένοι με το θρίαμβο των νέων ιδεών, έτοιμοι να ζήσουν πολλές ζωές σε μία μόνο».

Σημαντική είναι επίσης η συμβολή του παιδαγωγού Alexander Neil, ο οποίος ιδρύει το 1921 στην Αγγλία το ελευθεριακό σχολείο Summerhill. Το εγχείρημα αυτό επικεντρώνεται στην  αυτοδιάθεση και την ψυχολογική ελευθερία των μαθητών, τηρώντας επίσης τα χαρακτηριστικά που έθεσε το  μοντέρνο σχολείο (απουσία εξετάσεων, βαθμών, προαιρετική διδασκαλία). Η ψυχαναλυτική προσέγγιση του Νeil αποτελεί ερέθισμα για τη δημιουργία αρκετών ελευθεριακών σχολείων στην Ευρώπη και την Αμερική (δημοκρατικά σχολεία), από τα οποία όμως απουσιάζει η πολιτική κριτική. Παρεμφερείς είναι οι δράσεις των Μοντενσοριανών σχολείων υπό την επίδραση της παιδαγωγού Montesori Maria, στα οποία από τη μια απουσιάζουν ελευθεριακές διαδικασίες, από την άλλη όμως καταφέρνουν να δημιουργήσουν την θεωρία μέσα από την πράξη και το παιχνίδι. Ένα τελευταίο παράδειγμα στη ροή των δημιουργικών εκπαιδευτικών αντιστάσεων αποτελεί το σχολείο paideia. Το σχολείο αυτό ιδρύθηκε το 1978 στην Ισπανία σαν μια προσπάθεια κριτικού συγκερασμού όλων των θετικών στοιχείων των προηγούμενων εγχειρημάτων αποτελώντας μέχρι και σήμερα έναν ισχυρό αντίποδα στο υπάρχον κρατικό-εξουσιαστικό σχολείο. Εμβαθύνοντας στην συσχέτιση της ελευθερίας με την έννοια της προσωπικής ευθύνης,  δημιουργήθηκε ένα σχολείο αυτοδιοικούμενο, αντιεξουσιαστικό καταργώντας κάθε ιεραρχία στην διαδικασία μετάδοσης της γνώσης.

Είναι γνωστό ότι η εξουσία αφομοιώνει, κάνοντας γι’αυτήν ακίνδυνο οτιδήποτε εναλλακτικό, για να εξυπηρετήσει τους δικούς της σκοπούς, προβάλλοντας σαν επιχείρημα είτε την ικανοποίηση των εναλλακτικών παιδαγωγών, είτε τη βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Βασικός αρνητής του υπαρκτού σχολείου και διαμορφωτής συνθηκών για τη δημιουργία μοντέρνων εναλλακτικών σχολείων θεωρείται ο I. Illich με το σύγγραμμά του «Αποσχολειοποίηση της κοινωνίας». Η διαφωνία του Illich με το σχολικό σύστημα εκπαίδευσης ξεκινάει από την αμφισβήτησή του προς τους ιδρυματοποιημένους θεσμούς ή τα θεσμιμένα ιδρύματα που στις σύγχρονες κοινωνίες θεωρούνται τόσο δεδομένα και έχουν οδηγήσει σε μία μορφή εξάρτησης από αυτά: η σύνδεση της υγείας με το νοσοκομείο, της ασφάλειας με την κρατική αστυνόμευση, της εθνικής ασφάλειας με την ύπαρξη στρατού, της πίστης με την εκκλησία, της επικοινωνίας με τα ΜΜΕ, της οικογενειακής ζωής με την καταναλωτική οικογένεια είναι μερικά μόνο παραδείγματα αυτής της εξαρτημένης σχέσης. Έτσι έχουμε φτάσει να ταυτίζουμε τη μόρφωση με το σχολείο. Όμως, κατά τον Illich, η δημόσια παιδεία θα επωφελούνταν από την αποσχολειοποίηση της κοινωνίας, όπως κάθε μία από τις έννοιες που αναφέρθηκαν παραπάνω, αν αποσυνδεόταν από τους αντίστοιχους θεσμούς. Κατά τον Illich η ιδρυματοποίηση των αξιών οδηγεί σε φυσική ρύπανση, κοινωνική πόλωση και ψυχολογική ανημποριά και αυτές είναι οι τρεις διαστάσεις της διαδικασίας παγκόσμιας κατάπτωσης και της σύγχρονης μιζέριας.

Έρευνα και απαλλοτρίωση της γνώσης – βελτίωση συνθηκών και κοινωνική επανάσταση

 

Αν η αλήθεια απελευθερώνει τότε η έρευνα, το ψάξιμο, εκτός από αναζήτηση της αλήθειας, αποτελεί και δρόμο προς την απελευθέρωση. Η έρευνα είναι βασικό εργαλείο για την απόκτηση της γνώσης. Τα κίνητρα που πρέπει να ωθήσουν τον άνθρωπο για να ξεκινήσει μια έρευνα είναι είτε η αναγκαιότητα, είτε η έμφυτη τάση του να διερωτάται. Η γνώση έρχεται κατά τη διεξαγωγή αυτής και όχι μόνο από το αποτέλεσμά της.

Είναι αναμενόμενο ένας τέτοιος δρόμος να διεκδικείται και να επιτηρείται από την κεντρική εξουσία, ειδικά όταν αποφέρει γνώση, τεχνολογία και δύναμη στα χέρια αυτού που τον ελέγχει. Στον καπιταλισμό, η δημόσια και ιδιωτική έρευνα υποκλίνεται στον μυστικισμό των εταιρικών εργαστηριών, στην απληστία ασύδοτων καταναλωτών και πολεμοχαρών χασάπηδων, με προσανατολισμένη την πυξίδα της στην υπηρεσία του κέρδους και της επιβολής της  εξουσίας και όχι προς την απελευθέρωση του ατόμου και την ελεύθερη γνώση. Τα μυαλά των ανθρώπων σήμερα συντονίζονται στο να παράγουν νέα είδη φανταχτερών σκουπιδιών, ενώ στην ερώτηση αν μια νέα ανακάλυψη, χαμηλής σε κόστος θεραπείας, θα αντικαθιστούσε το παλιό, λιγότερο αποτελεσματικό και ακριβό φάρμακο, ο καπιταλισμός μόνο αντιφάσεις μπορεί να μουρμουρίσει, μην μπορώντας ουσιαστικά να παραδεχτεί το κεντρικό δόγμα του: ότι το χρήμα  κοστίζει ακριβότερα από τους ανθρώπους. Για τον καπιταλισμό, ο ανθρωπισμός δεν αποτελεί παρά προβιά για προστυχόλογα χείλη της εκπροσώπησης, που συγκαλύπτουν και δικαιολογούν γενοκτονίες και την κατακρεούργηση της ζωής και της ελευθερίας, παραθέτοντας φαντασμαγορικές φιλανθρωπίες, στα

“γκαλά” των ρουφιάνων .

Το τι διερωτάται όμως και διερευνά μια κοινωνία  αντικατοπτρίζει αυτήν  και τα έργα της. Ένας άνθρωπος που δεν είναι ελεύθερος και δε διέπεται από τις αξίες τις ζωής και του ανθρωπισμού μόνο καινούριες αλυσίδες είναι καταδικασμένος να ανακαλύπτει.

Έτσι καταλήγουμε στο ότι πιθανότατα η ελευθερία της γνώσης περνά μέσα από την ελευθερία του ανθρώπου και το αντίστροφο, σαν δυο συγκοινωνούντα δοχεία. Το δικαίωμα στη γνώση και η πρόσβαση προς αυτή θα έπρεπε να είναι δικαίωμα του καθενός μακριά από τα χέρια του κάθε εξουσιαστή. Όμως σήμερα ισχύει το αντίθετο, η γνώση είναι σε χέρια λίγων και διευθύνεται από την αιμοσταγή βούληση των αφεντικών.

Η έρευνα που διεξάγεται στη σύγχρονη κοινωνία, είτε αυτή προέρχεται από πανεπιστημιακά είτε από άλλα ιδιωτικά και μη ιδρύματα, δεν είναι προσβάσιμη σε όποιον άνθρωπο ενδιαφέρεται να μελετήσει και  να εμβαθύνει σε συγκεκριμένα ζητήματα (Ακόμα και για πρόσβαση στις έρευνες που δημοσιεύονται σε επιστημονικά περιοδικά απαραίτητη προϋπόθεση είναι το χρηματικό αντίτιμο).

Το παραπάνω γεγονός συμβάλλει στη διατήρηση του αιώνιου διαχωρισμού ανάμεσα στα άτομα που έχοντας τους πόρους αποκτούν αυτόματα το δικαίωμα στη γνώση και σε ανθρώπους που έχοντας πιθανώς την ίδια δίψα, ίσως και περισσότερη, αποκλείονται από αυτήν.

Το κίνητρο των περισσότερων ερευνητών σήμερα είναι η ατομική προβολή και το κοινωνικό status, παρά η βελτίωση της ποιότητας ζωής των ανθρώπων. Έτσι, σε όσο περισσότερες έρευνες αναφέρεται το όνομα κάποιου ερευνητή, τόσο πιο αξιόπιστος και καλός επαγγελματίας θεωρείται. Δε μας είναι άγνωστη άλλωστε η οικειοποίηση ερευνών από καθηγητές εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με σκοπό ιδιωτικές έρευνες κι ας έχουν διεξαχθεί από ‘άσημους’ φοιτητές που δε ρωτήθηκαν ποτέ.

Αντίθετα η έρευνα, αυτοοργανωμένη και στηριζόμενη στις κοινωνικές ανάγκες για την επανάσταση και τη βελτίωση των συνθηκών, θα μπορούσε να συντάξει μια βιβλιοθήκη είτε από υπάρχουσες έρευνες που δημοσιεύονται στο ευρύ κοινό, είτε από απαλλοτρίωση αυτών που αποκρύπτονται-ιδιωτικοποιούνται, είτε διενεργούμενες από κύκλους αυτομόρφωσης. Η θεματολογία αυτών των ερευνών θα μπορούσε να ποικίλει, από την βιολογική γεωργία, την προληπτική  ιατρική και την ιατρική, την ψυχολογία (ως μέσο απελευθέρωσης και ολόπλευρης ανάπτυξης του ατόμου και όχι ως εργαλείο χειραγώγησης και υποδούλωσης των ανθρώπων) ,μέχρι την καταγραφή και μελέτη της νεότερης διεθνούς ιστορίας. Από τις κοινωνικές μελέτες και την χωροταξία (π.χ. Πόση είναι η καλλιεργήσιμη έκταση στο Βόλο; Γιατί είναι χτισμένη έτσι η πλατεία συντάγματος; Πού και πώς θα ήταν χτισμένη χωροταξικά μια ελευθεριακή κοινωνία;), μέχρυ την στέγαση (Πόσα κενά σπίτια υπάρχουν στην στην Αθήνα, πόσα εγκαταλελειμμένα χωριά στην επαρχεία, κτλ) και την σίτιση (Τι ανταλλακτικά δίκτυα και συστήματα υπάρχουν; Πώς αλληλεπιδρούν και πώς γίνεται παραγωγή αντικαθιστώντας τον καπιταλισμό). Έρευνες, που θα μπορούσαν να αφορούν το περιβάλλον (ποια εργοστάσια μολύνουν και πόσο και πόσα μιζάρουν γι’ αυτό και ποιους κτλ) και τα διεθνή ζητήματα (πώς θα μπορούσαμε να αλληλεπιδράσουμε με καταπιεζόμενα κομμάτια άλλων χωρών;). Η έρευνα είναι αυτή που οδηγεί το άτομο στο να δρα συγκεκριμένα στο συγκεκριμένο κι αυτή που το προφυλάσσει από τις γενικεύσεις του φασισμού. Η μαθηματική ακρίβεια θα έπρεπε να είναι το ακόνι του επαναστάτη, σε μια κοινωνία που οι αριθμοί αντί να μετρούν ανθρώπινες ανάσες, μετρούν ήχους κερμάτων και κεφάλια φυλακισμένων.

Σύμφωνα με τη θεώρηση του καπιταλισμού, η εξειδίκευση αποφέρει μεγαλύτερη ταχύτητα στην έρευνα, ενώ παράλληλα αποτελεί τροχοπέδη στην αντίληψη της γενικής εικόνας από το άτομο. Αντίθετα όμως, η εξειδίκευση αλλά και η σφαιρικότητα της αντίληψης, πρέπει πάντα να ισορροπούν στο νήμα της λογικής, της γνώσης, της βαθιάς ανάγκης και της ώθησης της θέλησης που αυτή γεννά στο άτομο για την απελευθέρωση του από το φόβο του «αγνώστου». Ή απελευθερώνεσαι απ’ αυτόν μέσα από την ορθολογική έρευνα ή τρομαγμένος καταφεύγεις στη φαντασιοπληξία της μυθοποίησης, της προκατάληψης, της δαιμονοποίησης και της θεοποίησης του «αγνώστου» καταντώντας στο αδιέξοδο της πίστης σε κάποιο δόγμα.

 

Δόγμα και Ορθολογισμός

 

Δόγμα είναι η αυτοαποδεικνυόμενη θεωρία που η δύναμη της είναι αφενός η άρνηση της αμφιβολίας και αφετέρου η κατήχηση του απόλυτου. Γι’ αυτό και στηρίζεται στην πίστη και στην «απόλυτη αλήθεια». Ένας τόσο παραμορφωμένος φακός που βλέπει τους άλλους φακούς σαν τον χειρότερο εχθρό, εξαφανίζοντας κάθε ελπίδα για την αποκάλυψη της αληθινής πραγματικότητας. Μια οπτική που διαμορφώνει το αιματηρό, νομισματικό και αυτοκαταστροφικό σήμερα. Ένα μάτι, που πρέπει υποχρεωτικά να δεις τα πάντα μόνο μέσα από αυτό, αλλιώς… τρέχα να του κρυφτείς. Ένα ψέμα που απαγορεύει βίαια την αναζήτηση της αλήθειας που κρύβει, που καταδικάζει σε θάνατο (σε πυρά τότε, σε πείνα σήμερα…) όποιον το αποκαλεί αυτό που είναι, ψέμα δηλαδή. Το δόγμα δεν αλλάζει ποτέ, αφού δεν αμφισβητείται καν. Η πίστη ή θα είναι απόλυτη ή δε θα υπάρχει, γι’ αυτό και συνήθως είναι γραμμένο σε ιερά κείμενα-αυθεντίες όπως το Ευαγγέλιο, το Κοράνι, το Κόκκινο βιβλιαράκι του Μάο κτλ. Το δόγμα υποβαθμίζει και τσαλαπατάει το λογικό έλεγχο, όπως και όποιον πάει να τον ασκήσει πάνω του, σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα, μπλοκάροντας έτσι τη διακίνηση των ποικιλόμορφων ιδεών από τα ελεύθερα μυαλά προς τα υπάκουα της «ιερής» μίας. Τα υπάκουα στο δόγμα μυαλά διεσπαρμένα παντού στα κάτω στρώματα της εξουσιαστικής πυραμίδας, πνίγουν με φασιστικό τρόπο το καθετί διαφορετικό, τον κάθε διάσπαρτο και πολύτιμο σπόρο αμφισβήτησης κι αμφιβολίας τον κάθε διερωτώμενο αντιφρονούντα. Οι πιστοί δημιουργούν ασφυκτικό κλίμα για όποιον σκέφτεται, συνωμοτούν και συστρατεύονται με τον υπάκουο, με τον δούλο επαναλαμβάνοντας συνεχώς φράσεις από το «ιερό» κείμενο. Έτσι αφαιρείται τελικά το δικαίωμα «αξιόπιστης άποψης» από το πλήθος των διαφωνιών και των διαφωνούντων, μιας κι όταν μιλάει ο θεός, όλοι σιωπούν και τα χρηματιστήρια ερμηνεύουν…Το δόγμα αποτελεί δηλαδή, ένα φράγμα ιδεών και δίνει το προνόμιο της «αξιόπιστης άποψης» μόνο μέσω των θεσμών μόνο σε κάποιους. Στην ελίτ. Σε αυτούς που θρέφουν, συντηρούν και επεκτείνουν αυτό το ψέμα. Σε αυτούς που το χρησιμοποιούν για να ερμηνεύουν την λέξη «ελευθερία» κατά τι τους βολεύει στα πλήθη, ενώ ταυτοχρόνως την κατανέμουν άνισα στην κοινωνία είτε με πειθώ, είτε με γκλοπ, είτε με σφαίρες. Σ’ αυτούς που, αν και «σεμνοί και ταπεινοί», είναι «θέλημα θεού» (ενίοτε και πιστωτικού) να μοιράζουν υποχρεώσεις και δικαιώματα. Αυλή, κλήρος, κυβέρνηση, κόμμα, κάστα, άρχουσα τάξη, ηγεσία γενικώς. Εξ ου και η ιεραρχία. Όσο πιο πιστός στο ψέμα ή όσο πιο «κοντά» σε αυτόν που το είπε πρώτος, τόσο πιο ψηλά. Δεν έχει σημασία εν τέλει ποιος ή γιατί είναι ο αρχηγός, αρκεί να δοξάζεται (έτσι κι αλλιώς «η εξουσία διαφθείρει, η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα») έχουν τον τρόπο τους, βλέπεις, οι θεσμοί να φέρνουν τους ανθρώπους στα μέτρα τους…

Στον σκοταδισμό του δόγματος αντιπροτείνουμε τον ορθολογισμό. Ο ορθολογισμός σαν θέση είναι αντιδιαμετρική με αυτή του δόγματος. Στηρίζεται στην αμφιβολία και τη διαψευσιμότητα. Η αυτοαναίρεση των ιδεών δεν αποτελεί παρέκκλιση αλλά βασική προϋπόθεση για την εξέλιξή του. Στο δογματικό οικοδόμημα δεν υπάρχει κανένα φαινόμενο που να διαψεύδει τον πυρήνα της θεωρίας, ενώ στον ορθολογισμό αν δούμε αντικείμενα να πηγαίνουν προς τα πάνω αντί να πέφτουν, ο Νεύτωνας και οι νόμοι του πάνε στον αγύριστο. Ορθολογικός είναι κάθε ισχυρισμός για τον οποίο υπάρχει μέθοδος διάψευσης του («κριτήριο της διαψευσιμότητας» Καρλ Πόπερ). Για τον ορθολογισμό, σημασία έχει η πιο πρόσφατη, η νέα ιδέα, που έχει περάσει μέσα από το λογικό έλεγχο της πείρας του παρελθόντος, διαδεχόμενη μια παλιότερη, ανυπομονώντας για την απόρριψή της από μια ακόμα πιο νέα, πιο προωθημένη. Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφερθεί ότι θα ήταν σημαντικό σφάλμα να θεωρήσουμε ότι η επιστήμη που κινείται απ’ τον ορθολογισμό, δουλεύει πάντα για το καλό της ανθρωπότητας, ήταν και είναι πάντα το μέσο. Ο γνωστός παραλληλισμός της με το μαχαίρι που είτε κόβει το ψωμί είτε αφαιρεί ζωή, τα λέει όλα. Στις μέρες μας βρίσκεται ως επί το πλείστον σε φονικά χέρια, όμως κι αυτό δεν είναι απόλυτο. Η εξουσία πάντα έχει ανάγκη την επιστήμη και την τεχνολογία που αυτή παρέχει, για να επιβληθεί στις μάζες και να παρασιτήσει σε αυτές, γι’ αυτό κατά παρέκκλιση σταμάτησε να καίει επιστήμονες στην πυρά της εκκλησίας. Ο επιστημονικός όμως τρόπος, ο ορθολογισμός δηλαδή, κάνει σήμερα την επιστήμη να καλπάζει, αυξάνοντας με ιλιγγιώδη ρυθμό τις μεγάλες προκλήσεις της, σε μία ανθρωπότητα που η πολιτική της ανωριμότητα θυμίζει παιδί που παίζει με πιστόλι.

 

Ελεύθερη έκφραση

 

Η ελεύθερη έκφραση του ατόμου είναι αναγκαία  ώστε η κοινωνία να αναπτύσσεται και να εξελίσσεται. Ταυτόχρονα όμως, το ίδιο το άτομο, ανακαλύπτοντας πολλούς και ποικίλους τρόπους έκφρασης των σκέψεών του και των συναισθημάτων του, ανοίγει το δικό του δρόμο για την αυτοπραγμάτωση και την αλληλεπίδρασή του με τους ανθρώπους στο γύρω περιβάλλον του. Από ένα χώρο που προσφέρει το αγαθό της Παιδείας θα περίμενε κανείς ότι παιδιά και παιδαγωγοί θα όδευαν μαζί αυτό το δρόμο. Αλλά μελετώντας το υπάρχον σύστημα, αυτό που μπορούμε να βγάλουμε σαν πόρισμα είναι ότι η ελεύθερη έκφραση καταπατάται βίαια και ποικιλοτρόπως ενώ αντιθέτως η πλύση εγκεφάλου και η λογοκρισία υποβάλλονται αδιαλείπτως. Ο κάθε άνθρωπος που έχει περάσει από τα θρανία έχει βιώματα που του το επιβεβαιώνουν. Και αυτό διότι το εκπαιδευτικό σύστημα σε ένα τέτοιο κοινωνικό πλαίσιο όπως αυτό το οποίο μας περιβάλλει δε θα μπορούσε παρά να έχει κατασταλτικό ρόλο στη φαντασία και τη δημιουργικότητα των μελλοντικών ανθρώπινων εξαρτημάτων στην αδηφάγο μηχανή της αγοράς εργασίας. Ακόμα και τα μαθήματα του προγράμματος του σχολείου, όπως τα καλλιτεχνικά και η μουσική, που ως απώτερο στόχο θα έπρεπε να έχουν τη μάθηση του νοήματος των διάφορων ειδών τέχνης, διδάσκονται με τόσο χλιαρό τρόπο που τα παιδιά τα ίδια τα αντιμετωπίζουν σαν μαθήματα κατώτερης αξίας. Έτσι, εκμεταλλεύονται τις ώρες αυτές για να εκτονωθούν μετά από τις τόσες ώρες που έχουν αναγκαστεί να κάθονται ακίνητα και αμίλητα μπροστά σε έναν πίνακα, αδρανή σώματα παρκαρισμένα πάνω σε μια καρέκλα. Για το μαζικό εκπαιδευτικό σύστημα οι μόνες  γνώσεις που αξίζουν τον κόπο τους είναι εκείνες που μπορούν να καταγραφούν σε βιβλία. Κωδικοποιημένες σε γραπτή γλώσσα (την επίσημη γλώσσα κάθε κρατικής γραφειοκρατίας) και σε τυπωμένες εικόνες, έξω και πέρα από τα βιώματα. Κάθε άλλο ερέθισμα πλην εκείνων που αφορούν την αυστηρά ορισμένη «διδακτέα ύλη» θα μπορούσε να σαμποτάρει την απομνημόνευση. συνεπώς απαγορεύτηκε. Ο δρόμος της Τέχνης βοηθά τον άνθρωπο να εκφράσει βαθιά κομμάτια της ψυχής του με μια γλώσσα που πλάθει ο ίδιος και χτίζει μια δική του δίοδο επικοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους.

Η τέχνη, η γλώσσα και γενικά η έκφραση της ανθρώπινης δημιουργικότητας είναι απεριόριστη. Αυτό που αντανακλάται στη νοητική πλευρά της ανθρώπινης φύσης από τον πυρήνα της (όπως με το εργαλείο της γλώσσας) είναι η ικανότητα να παράγει, να κατανοεί και να εκφράζει νέες σκέψεις χωρίς περιορισμό και χωρίς έλεγχο. Άρα το κομβικό γεγονός είναι ότι η γλώσσα δεν καθορίζεται από την κοινωνική μας κατάσταση, αλλά αναβλύζει από μέσα μας σαν πράξη ελεύθερης βούλησης, πάντα πρωτότυπη. Η έκφραση νέων σκέψεων και ιδεών είναι το θεμελιώδες στοιχείο της ανθρώπινης φύσης. Αυτό ίσως είναι και το σημείο που αποτελεί τη βασική διαφορά ενός μυαλού από μια μηχανή, η φαντασία.

Η φαντασία είναι ένας κόσμος χωρίς τόπο, ένα μέρος στο μυαλό του κάθε ανθρώπου μ’ όλ’αυτά που δεν υπάρχουν. Είναι το κάπου χωρίς το πότε, είναι το κάποτε χωρίς το που. Ο κάθε άνθρωπος χαράζει δικά του μονοπάτια μέσα σε αυτήν και οι καρποί των περιπλανήσεων αυτών είναι μοναδικοί. Ένα παιδί είναι προικισμένο από τη φύση του γεμάτο περιέργεια και φαντασία. Στη διάρκεια της ζωής του όμως υποχρεούται από ένα σύνολο παραγόντων να περιορίσει ή και να εκμηδενίσει αυτές τις δύο αρετές και να γίνει ένας παθητικός δέκτης των γεγονότων και των πληροφοριών γύρω του. Ξεκινώντας από τα παιχνίδια των παιδιών και καταλήγοντας στις απαιτήσεις που έχει η κοινωνία από τον άνθρωπο για να τον στολίσει με τον τίτλο του «επιτυχημένου», παρατηρούμε την καταστολή της ανάπτυξης μιας ελεύθερης και μοναδικής  προσωπικότητας. Τα παιχνίδια που πωλούνται στο εμπόριο είναι ποτισμένα από τα πρότυπα που περνάει με άλλους χίλιους τρόπους το καπιταλιστικό καρκίνωμα. Από τις κούκλες με τα συγκεκριμένα εξωτερικά χαρακτηριστικά και το στυλιζαρισμένο τρόπο ζωής, μέχρι τα βίαια παιχνίδια στις κονσόλες, τα παιδιά καταπίνουν αμάσητο το δημιούργημα της πληρωμένης και κατευθυνόμενης φαντασίας ενός στελέχους μιας πολυεθνικής εταιρίας. Και η συμμετοχή του παιδιού στο παιχνίδι είναι μηδαμινή, αφού περιορίζεται σε μια δραστηριότητα όπως το πάτημα ενός κουμπιού.

Το σημείο που συναντά όμως, η φαντασία την πραγματικότητα είναι η ανθρώπινη δημιουργία και είναι αυτό που φοβίζει περισσότερο την εξουσία. Η καταστολή της δημιουργικότητας και η ισοπέδωση της φαντασίας αποτελεί πρωταρχικό στόχο του κρατικού σχολείου μιάς και δημιουργικότητα και φαντασία είναι έννοιες συνυφασμένες με την χαρά και την ελευθερία. Αυτός είναι και ο λόγος που το ελευθεριακό σχολείο βοηθά το κάθε άτομο να καλλιεργήσει τη μοναδικότητα του με τρόπους που θα ανακαλύψει και θα επιλέξει το ίδιο για τον εαυτό του.

Αναφερόμενος στον ευνουχισμό της φαντασίας, ο Ραούλ Βανεγκέμ αναφέρει, «Κανένα παιδί δεν περνάει το κατώφλι του σχολείου χωρίς να εκτεθεί στον κίνδυνο να χαθεί. Θέλω να πω, χωρίς να χάσει αυτήν την πλούσια, την αχόρταγη για γνώσεις και θαυμασμούς ζωή, που θα ήθελε με τόσο ενθουσιασμό να τροφοδοτήσει, αντί να την αποστειρώσει και να την απογοητεύσει με την ανιαρή δουλειά της αφηρημένης γνώσης. Τι φοβερή απόδειξη αυτά τα σπινθηροβόλα βλέμματα που ξαφνικά ξεθωριάζουν! Ιδού τέσσερις τοίχοι. Η γενική συγκατάθεση απαιτεί να βρισκόμαστε εκεί, με υποκριτικό σεβασμό, φυλακισμένοι και περιορισμένοι, να μας ενοχοποιούν, να μας κρίνουν, να μας τιμούν, να μας τιμωρούν, να μας ταπεινώνουν, να μας κολλάνε ετικέτες, να μας χειραγωγούν, να  μας περιποιούνται, να μας βιάζουν, να μας παρηγορούν, να μας μεταχειρίζονται ως εκτρώματα που ζητιανεύουν βοήθεια και αρωγή. […] Γιατί όμως οι νέοι άνθρωποι να προσαρμοστούν, επί μακρόν, σε μια κοινωνία χωρίς χαρά και μέλλον, την οποία πλέον οι ενήλικες υπομένουν παραιτημένοι, με μια ολοένα αυξανόμενη ξινίλα και δυσφορία;»

 

Ελευθεριακή παιδεία και Αυτομόρφωση

 

Η αυτομόρφωση είναι μια διαρκής δυνατότητα για γνώση που πρέπει να είναι κτήμα και προϊόν ζύμωσης του συνόλου της κοινωνίας, ισότιμα, χωρίς ηλικιακές διακρίσεις και με βάση τις ανάγκες του. Είναι μια διαδικασία απελευθερωτική και αναγεννητική, καθώς μπορεί ταυτόχρονα να είναι συλλογική, αλλά και ατομική, μιας και πρόκειται για ατομική επιλογή του καθενός μας ανάλογα με τα ενδιαφέροντά του. Μέσα από την αυτομόρφωση το άτομο θέτοντας σε συλλογικό διάλογο τα όποια ερωτήματα το απασχολούν, βρίσκει το δικό του δρόμο στον κόσμο, στα κοινωνικά πλαίσια που ζει ή στις ομάδες/συλλογικότητες που δραστηριοποιείται.

Είναι καιρός να διεκδικήσουμε, με τον λόγο και την πράξη μας να συμβαδίζει, το σχολείο του μέλλοντος. Να σχεδιάσουμε, να μοντελοποιήσουμε, να επιχειρήσουμε να δομήσουμε και να προτείνουμε στην εγκλωβισμένη κοινωνία ένα σύστημα παιδείας που θα διέπεται από το πάθος για την ελευθερία και που θα αντιστέκεται με όλο του το είναι σε κάγκελα, είτε ορατά είτε αόρατα. Να συνειδητοποιήσουμε ότι «αρκεί μία δράση για να κατορθώσει περισσότερα από όσα χιλιάδες φυλλαδίων» αλλά και ότι «δεν αρκούν λίγα κιλά δυναμίτη για να γκρεμίσουν τους εκμεταλλευτές μας» (Κροπότκιν). Η κρίση της εξουσίας των οικονομικο-πολιτικών αφεντικών, η κρίση αξιών μιας κοινωνίας με μόνες αξίες αυτές του χρηματιστηρίου και ο διωγμός της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών που επιδίδεται το κράτος, μας καλεί στην εντατικοποίηση του αγώνα, εντείνοντας την αναγκαιότητα για επαναστατικές δομές που θα συνθέτουν τις διαφορετικότητες των προσωπικοτήτων και του τρόπου δράσης και σκέψεις όλων των τάσεων του «χώρου», αλλά και του ευρύτερου ελευθεριακού και επαναστατημένου κόσμου. Να βρούμε τον τρόπο που θα κατανοήσουμε καλύτερα τη συμπληρωματικότητα των κομματιών και των τάσεων της επανάστασης, αποσβένοντας όποιες εσωτερικές αντίρροπες δυνάμεις αποτελούν τροχοπέδη για την έφοδο στον ουρανό. Να ανακαλύψουμε το συναγωνισμό, συνειδητοποιώντας την αυτοκαταστροφική τάση του ανταγωνισμού. Κάτι τέτοιο, μόνο από οριζόντιες διαδικασίες ευρείας συνδιαμόρφωσης μπορεί να επιτευχθεί. Διαδικασίες που θα μπορούν συνεχώς να αυτοαναιρούνται και επαναπροσδιορίζονται όπως και τα άτομα που θα τις απαρτίζουν. Και από υποδομές που δε θα τις εγκλωβίζουν αλλά απλώς θα τις στεγάζουν.

Έτσι έχοντας κατά νου όλ’αυτά, θεωρούμε ότι ένα αυτοοργανωμένο εγχείρημα με την ακόλουθη στοχοθέτηση αποτελεί επιτακτική κινηματική αναγκαιότητα:

 

  • Δημιουργία υποδομών που να υποστηρίζουν υλικοτεχνικά ομάδες αυτομόρφωσης είτε εγχειρημάτων που ήδη υπάρχουν είτε άλλων που θα δημιουργηθούν μελλοντικά.

 

  • Δικτύωση και οργανωτική δυνατότητα αυτών των ομάδων αυτομορφωσης μεταξύ τους, αλλά και με άλλα πολιτικά εγχειρήματα.

 

  • Δημιουργία νέων ομάδων αυτομόρφωσης με σκοπό την κοινωνική έρευνα από τα κάτω για την βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών και την δημιουργία δομών που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην μετατροπή μιας εξεγερτικής διαδικασίας σε μια συνειδητοποιημένη επανάσταση.

 

  • Μετάδοση της γνώσης στις επόμενες γενιές με σκοπό την απελευθέρωση του ατόμου από την φαντασιακή θέσμιση της σημερινής εξουσιαστικής κοινωνίας. Ανάπτυξη των ποικίλων δυνατοτήτων του μέσα από διαφορετικούς και ποικίλους τρόπους έκφρασης όπως τέχνες, γλώσσες, κατασκευές κ.τ.λ.

 

  • Αντίσταση στην αλλοτρίωση της παιδείας και στον περιορισμό μετάδοσης της γνώσης, που επιχειρεί το κράτος μέσω της συρρίκνωσης και της περαιτέρω εξαθλίωσης του σημερινού άθλιου εκπαιδευτικού συστήματος.

 

  • Μέσα από ανοιχτές οριζόντιες διαδικασίες που διέπονται από την ισότητα και τον αλληλοσεβασμό των μελών τους, καταργώντας διαχωρισμούς όπως μαθητής και δάσκαλος και να εμφυσήσει σε όλους μας τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης, της αυτοοργάνωσης και της αντίστασης στην ιεραρχία, στον ρατσισμό, στον κρατισμό, στον σεξισμό, στην κάθε θρησκευτική πίστη,  στην εξουσία σε όλες της τις μορφές. Να εμπνεύσει στο άτομο τις αξίες του σεβασμού στο διαφορετικό, του διεθνισμού, της επίμονης στην αναζήτηση της αλήθειας και εν τέλει το όραμα μιας αταξικής κοινωνίας.

Αυτός είναι και ο λόγος που παίρνουμε την πρωτοβουλία να καλέσουμε σε μια ανοιχτή συνέλευση στις 29/1/12 στην αίθουσα Γκίνη του Πολυτεχνείου, για την ελευθεριακή παιδεία και την αυτομόρφωση με την ελπίδα να ανοίξει το δρόμο και να δημιουργήσει τη δυναμική για την πραγμάτωση ενός τέτοιου, από τη φύση του μεγαλεπήβολου εγχειρήματος, καθώς και να αποτελέσει πυρήνα συνδιαμόρφωσης σε θέματα ελευθεριακής παιδείας και συντονισμού-αλληλεπίδρασης των όποιων ομάδων αυτομόρφωσης και συλλογικοτήτων που θεωρούν ότι μπορούν να συμβάλλουν. Και ενώ κατανοούμε την αναγκαιότητα ύπαρξης υποδομής που θα στεγάσει το οργανωτικό μέρος αυτού του εγχειρήματος, παράλληλα πιστεύουμε ότι δεν θα μπορούσε να αποφέρει κάτι σημαντικό χωρίς τη συνδρομή, τη στήριξη και τη συνεργασία όλων των ελευθεριακών συλλογικοτήτων και ατόμων. Η ευρεία συμμετοχή για τη δημιουργία μιας υποδομής που θα διερευνά τις χρυσές τομές μεταξύ του πάθους του χαοτικού και το στοχασμό του οργανωτικού, μια υποδομή που θα θωρακίζει την «άγρια νεολαία» και θα εξαγριώνει την εξημερωμένη, δίνοντας τρόπο στην οργή. Το ευαίσθητο ζήτημα της παιδείας ίσως γίνει αφορμή και ώρα να χτίσουμε συνθέτοντας όλοι μαζί ένα συμπαγές μετερίζι ισορροπημένου μίγματος ορθολογισμού και ονείρων που ελεύθερα θα ανθίσουν οι σπόροι μιας ελεύθερης κοινωνίας, ο ανθός του ανθού της νεολαίας, τα παιδιά μας, τα παιδιά των παιδιών μας, τα παιδιά του κόσμου, εμείς…

 

ΟΤΑΝ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥΣ ΦΑΝΤΑΖΕΙ ΟΥΤΟΠΙΑ, ΤΟΤΕ Η ΟΥΤΟΠΙΑ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΜΑΣ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΜΕΛΛΟΥΣΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.

 

ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ – ΣΥΝΤΡΟΦΙΣΣΕΣ

Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Κείμενο ιδρυτικής συνέλευσης

Comments are closed.